Η «Συνέντευξη με τα χρώματα» είναι μια προσπάθεια τακτοποίησης των όσων έχουν ειπωθεί (και θα ειπωθούν) για τα χρώματα, σε μια σειρά, ας πούμε, εύπεπτης διδακτικής ύλης, για όλους όσοι θέλετε να «μάθετε» τα χρώματα και τον κόσμο τους.
Η σειρά έχει την μορφή μιας υποτιθέμενης, διδακτικής, συνέντευξης των χρωμάτων προς τον άνθρωπο.
Συνέντευξη με τα χρώματα
[ρξζ΄]
Πορτοκαλί χρωστικές και βαφές
[ζ΄]
-Στην αμέσως προηγούμενη αναφορά μου για εμένα, το πορτοκαλί χρώμα, μιλώντας για βαφές που αποδίδουν πορτοκαλί, σου ανέφερα το ρέαλγκαρ και το όρπιμεντ και σου είπα πως θα σου μιλήσω αναλυτικότερα λίγο πιο κάτω.
Ήρθε λοιπόν η ώρα να ασχοληθούμε με αυτές τις βαφές και γενικότερα με τις βαφές που βάφουν διάφορα αντικείμενα και έργα τέχνης πορτοκαλιά.
Ξεκινάμε εξετάζοντας τις διάφορες χρωστικές που μας δίνουν πορτοκαλί βαφές και την παραγωγή βαφών από αυτές.
Για τις χρωστικές που μας δίνουν πορτοκαλί βαφές, δεν έχουμε να πούμε πολλά, γιατί μέχρι τα τέλη του προπερασμένου αιώνα δεν υπήρχε φυσική οργανική ή ανόργανη ουσία (εκτός από τις δυο προαναφερόμενες) από την οποία να παράγεται αγνό φωτεινό πορτοκαλί χρώμα.
Για την παρασκευή βαφών πορτοκαλί χρώματος χρησιμοποιούσες Άνθρωπε μείξεις κίτρινων και κόκκινων χρωμάτων.
Όμως βαφές προερχόμενες από την μείξη άλλων χρωμάτων, δεν έχουν την λαμπρότητα και την ακρίβεια του αυτούσιου χρώματος.
Υπήρχαν κόκκινες και κίτρινες βαφές που η απόχρωσή τους πλησίαζε το πορτοκαλί, αλλά δεν ήταν το ακριβές χρώμα.
Για να φτιάξεις πορτοκαλί βαφές χρησιμοποιούσες την ωμή Σιένα, μια κίτρινη ώχρα που έβγαινε από την γη του λόφου Σιένα της Τοσκάνης, αλλά η πορτοκαλί αυτή απόχρωση έφερνε προς το καφετί.
Η ψημένη γη της Σιένα πάλι, κοκκίνιζε.
Αργότερα, η ανακάλυψη του καδμίου βοήθησε στην κατασκευή μιας βαφής σε βαθύ πορτοκαλί χρώμα.
Προηγουμένως είχε ανακαλυφθεί σε χρυσωρυχεία της Σιβηρίας ένα πορτοκαλί ορυκτό, μια ένωση μολύβδου με ένα άγνωστο μέχρι τότε στοιχείο, το χρώμιο. Το χρώμιο ονομάστηκε έτσι από την ελληνική λέξη «χρώμα» για την ικανότητά του να αποδίδει μια μεγάλη γκάμα χρωμάτων. Πορτοκαλί, αλλά και κίτρινες, κόκκινες και πράσινες βαφές παράγονται πλέον από το χρώμιο.
Από τις αρχαιότερες (προϊστορικές για την ακρίβεια) χρωστικές που μπορούσαν να αποδώσουν πορτοκαλί χρώμα ήταν η κίτρινη ώχρα.
Όπως το λέει και το όνομα της η κίτρινη ώχρα απέδιδε κίτρινα και καφετιά χρώματα, αλλά ανάλογα με την χρήση της (την πυκνότητά της ή την μείξη της με κόκκινες ώχρες) απέδιδε και την εντύπωση του πορτοκαλί χρώματος. Αυτό το πορτοκαλί ήταν συνήθως μουντό και καφέτιζε κάπως.
Η ονομασία του χρώματος ‘ώχρα’ προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη ‘ωχρός’ που σημαίνει αυτός που έχει κιτρινωπό, ελαφρώς κίτρινο.
Η κίτρινη ώχρα κείται χρωματικά από τόνους κρεμ έως καφέ.
Είναι ένα φυσικό ορυκτό που αποτελείται από πυρίτιο και άργιλο και οφείλει το χρώμα της στο οξυϋδροξείδιο του σιδήρου, τον γαιτίτη.
Βρίσκεται σε όλον τον κόσμο, σε πολλές αποχρώσεις, από κίτρινο έως καφέ.
Χρησιμοποιήθηκε καθ’ όλη την διάρκεια της ιστορίας του ανθρώπου. Αυτή η σταθερή χρωστική ουσία μπορεί να αναμειχθεί με άλλες χρωστικές, έτσι αναμειγνυόμενη με κόκκινο, δίνει πορτοκαλί χρώμα.
Πάμε τώρα στο Realgar.
Είναι, όπως και το Orpiment, ένα από τα 8 χρώματα που έφτιαξες και χρησιμοποίησες Άνθρωπε από την πρώιμη αρχαιότητα.
Τί; Με ζητάς να σου πω ποια ήταν αυτά τα 8 χρώματα τις πρώιμης αρχαιότητας που προστέθηκαν στα προϊστορικά χρώματα;
Πολύ καλά, στα λέω. Ήταν τα εξής (με την διεθνή τους σήμερα ονομασία):
Madder lake, Carmine lake, Realgar, Malachite,
Orpiment, Egyptian blue, Indigo, Azurite
Το Realgar, είναι μια φυσική χρωστική πορτοκαλοκόκκινου χρώματος που σχετίζεται στενά με το κίτρινο (προς πορτοκαλί) orpiment.
Τα δύο αυτά ορυκτά βρίσκονται συχνά στις ίδιες αποθέσεις.
Παρόλο που εμφανίζεται ευρέως στη φύση όσο το orpiment, φαίνεται ότι το realgar δεν έχει χρησιμοποιηθεί τόσο πολύ όσο το δεύτερο.
Το Realgar είναι ένα εξαιρετικά τοξικό θειούχο αρσενικό σουλφίδιο και ήταν η μόνη καθαρή πορτοκαλί χρωστική μέχρι την ανακάλυψη του σύγχρονου πορτοκαλί χρώματος του χρωμίου.
Η ονομασία του προέρχεται από το αραβικό رهج الغار (rahj al ghar) που σημαίνει σκόνη του ορυχείου.
Το Realgar είναι μια αρχαία χρωστική ουσία που ανακαλύφθηκε και χρησιμοποιείτο την εποχή της αρχαίας Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας έως και τον 19ο αιώνα.
Το Realgar δεν ήταν τόσο συνηθισμένη βαφή ζωγραφικής σε μεσαιωνικούς πίνακες όσο το orpiment, ενώ οι αναφορές γι’ αυτό είναι περιορισμένες, αφορούν δε κυρίως στην χρήση του σαν ενδιάμεση κολλητική ουσία, όπως το ασπράδι του αυγού, ενώ ελάχιστες φορές αναφέρεται σαν χρωστική ουσία.
Το Realgar υπάρχει σε ορυκτή και σε τεχνητή μορφή.
Βρίσκεται σε ολόκληρο τον κόσμο σε αποθέματα θερμών πηγών, σε ηφαιστειακές εξαχνώσεις και σε ορισμένους ασβεστόλιθους και δολομίτες.
Η χημική του ονομασία είναι ‘θειούχο αρσενικό’ και ο χημικός του τύπος α-As4S4.
Πρόκειται για ένα μαλακό, λεπτό ορυκτό που απαντάται σε μονοκλωνικούς κρυστάλλους ή σε κοκκώδη, συμπαγή ή κονιοποιημένη μορφή, συχνά σε συνδυασμό με το σχετικό ανόργανο άλας (As2S3) orpiment.
Είναι ένα ανόργανο άλας σουλφιδίου του αρσενικού, επίσης γνωστό ως "ruby sulfur" ή "ruby of arsenic".
Έχει χρώμα πορτοκαλί-κόκκινο, λιώνει στους 320° C και καίγεται με μπλε φλόγα που απελευθερώνει καπνούς αρσενικού και θείου.
Το όνομά του, προέρχεται όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως από το αραβικό rahj al-ġar (رهج الغار, "σκόνη του ορυχείου"), ενώ πρωτοαναφέρεται στην αγγλική το 1350.
Στην αρχαία ελληνική ονομαζόταν σανδαράχη ή σανδαράκη από το ω – σαν + Δαρεικός (όπου Δαρεικός = περσικό χρυσό νόμισμα) λόγω του ερυθρόχρυσου (πορτοκαλί) χρώματός του, εξ ου ονομάστηκαν «σάνδυκες» τα γυναικεία διαφανή ενδύματα που επέτρεπαν να φαίνεται το χρώμα του δέρματος και κατ’ επέκταση τα λεπτά υφάσματα που πήραν την ονομασία σανδών > σινδών > σινδόνιον > σεντόνι.
Το ρέαλγκαρ είναι τοξικό και δηλητηριώδες, εχρησιμοποιείτο κατά τον μεσαίωνα έως και τον 16ο αιώνα στην Ισπανία και την Αγγλία σαν δηλητήριο κατά των ποντικών και ακόμα και σήμερα χρησιμοποιείται μερικές φορές για την εξόντωση ζιζανίων, εντόμων και τρωκτικών.
Όμως η χρήση του εγκαταλείπεται γιατί θεωρείται δηλητηριώδες (περιέχει αρσενικό) καρκινογόνο και αντικαθίσταται από υποκατάστατα.
Οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν την τοξικότητά του, το ίδιο και οι Κινέζοι οι οποίοι το ονόμαζαν xionghuang 雄黃, δηλαδή «αρσενικό κίτρινο» σε αντίθεση με το όρπιμεντ που δήλωνε το «θηλυκό κίτρινο».
Οι κινέζοι χρησιμοποιούσαν το ρέαλγκαρ σαν απωθητικό φιδιών και εντόμων, αλλά και στην φαρμακευτική τους. Με αυτό χρωμάτιζαν αποστάγματα ρυζιού για να παράγουν ένα ρυζόκρασο που κατανάλωναν κατ’ έθιμο στον εορτασμό του Dragon Boat, μια εορτή του θερινού ηλιοστασίου.
Επίσης χρησιμοποιούσαν το realgar στην πυροτεχνουργία για να παράγουν λευκά πυροτεχνήματα, ενώ τώρα παράγονται με την χρήση μεταλλικών σκονών αλουμινίου, μαγνησίου και τιτανίου.
Παρ’ αυτά το realgar ακόμα χρησιμοποιείται αναμειγνυόμενο με χλωρικό κάλιο για την απόδοση ορισμένων κόκκινων πυροτεχνημάτων
Το realgar μαζί με το orpiment υπήρξε ένα σημαντικό εμπορεύσιμο είδος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και εχρησιμοποιείτο σαν κοκκινωπή βαφή (ας μην ξεχνάμε πως τότε τα πορτοκαλιά χρώματα δεν διαχωριζόντουσαν από τα κόκκινα ή τα κίτρινα, οπότε η πορτοκαλοκόκκινη σανδαράχη εθεωρείτο κόκκινο χρώμα).
Παρομοίως εχρησιμοποιείτο σαν βαφή καλλιτεχνημάτων στην αρχαία Κίνα, τις Ινδίες, την κεντρική Ασία και την αρχαία Αίγυπτο, επίσης σε καλλιτεχνικά έργα της Ευρωπαϊκής Αναγέννησης έως και τον 18ο αιώνα οπότε έσβησε και η χρήση του τοξικού realgar σαν χρωστικής βαφών.
Μαζί με το realgar αναφέρθηκα και στο συγγενές του Orpiment (κίτρινη σανδαράχη).
Εντάξει, πρόκειται για ένα κίτρινο χρώμα, που όμως λόγω της συγγένειας του με το
Realgar μπορεί κάποιες φορές να πλησιάσει το πορτοκαλί.
Έχει για ένα πλούσιο κίτρινο λεμονί ή καναρινί, αρκετά έντονο, με καλή χημική σταθερότητα.
Πρόκειται για ένα σουλφίδιο του αρσενικού το οποίο εμφανίζεται ευρέως στην φύση, αλλά σε σχετικά μικρά αποθέματα, σαν προϊόν υδροθερμικών φλεβών χαμηλής θερμοκρασίας, θερμών ιαματικών πηγών και ηφαιστιακής εξάχνωσης.
Γνωστή η κίτρινη σανδαράχη στους αρχαίους Έλληνες ως αρσενικό, σχετιζόταν με το Περσικό zarnikh, ονομασία η οποία βασιζόταν στην λέξη zar, περσική λέξη για τον χρυσό, αναφέρεται από τον Πλίνιο και τον Vitruvious.
Βρίσκεται σε αιγυπτιακά έργα, περσικά και σε όλη την Ασία. Φαίνεται ότι ήταν ελάχιστα γνωστή η χρήση του στην Βόρεια Ευρώπη
Το όνομα "Orpiment" προέρχεται από το λατινικό auripigmentum, μνεία της έντονης χρυσαφένιας απόχρωσης.
Εναλλακτική ονομασία γι’ αυτό το χρώμα είναι το «βασιλικό κίτρινο».
Η χημική του ονομασία είναι «σουλφίδιο του αρσενικού» και ο χημικός τύπος του είναι As2S3.
Τα σωματίδια του orpiment είναι συνήθως μεγέθους 1-30 μm. Τα μεγαλύτερα σωματίδια έχουν μια κηρώδη, γυαλιστερή εμφάνιση και συνήθως συνυπάρχουν με σωματίδια realgar, με το χαρακτηριστικό πορτοκαλοκόκκινο χρώμα.
Είναι ανθεκτικό στο φως και στον αέρα, αλλά ασυμβίβαστο με χρωστικές μολύβδου και χαλκού, όπως χρώματα από λευκό μόλυβδο, κίτρινο του κασσίτερου, μπλε του αζουρίτη και verdigris, τα οποία σκουραίνει.
Ένα άλλο κίτρινο χρώμα που σχετίζεται κάπως με το πορτοκαλί είναι το Naples Yellow (κίτρινο της Νεαπόλεως).
Πρόκειται για την θερμή εκδοχή του δισυπόστατου κίτρινου χρώματος και συχνά παίρνει την όψη ανοιχτού κίτρινο-πορτοκαλί χρώματος.
Είναι μία από τις παλαιότερες συνθετικές χρωστικές με πολύ καλή επικάλυψη, αντοχή χρωματισμού, και χημική σταθερότητα.
Είναι ένα αντιμόνιο μολύβδου που χρησιμοποιείται ως χρωματική απόχρωση κίτρινου σε κεραμικά ήδη από την εποχή της Βαβυλώνας και της Ασσυρίας.
Βρέθηκε επίσης σε αιγυπτιακό γυαλί της 19ης δυναστείας.
Ήταν μια εξέχουσα χρωστική ουσία στην παλέτα των Μεγάλων Ζωγράφων, αλλά γενικά η ιστορία της δεν είναι βεβαιωμένη.
Μέχρι την περίοδο της υδατογραφίας η ύπαρξή της δεν είναι τεκμηριωμένη.
Ήταν ουσιώδης χρωστική για τους ζωγραφικούς πίνακες, για την απεικόνιση τοπίων, διότι είχε την ιδιότητα να φαίνεται ότι εισχωρεί στο βάθος της εικόνας όπως φωτίζει ένας μακρινός ήλιος, σε αντίθεση με άλλα κίτρινα που προβάλλονται μπροστά.
Αν και χρησιμοποιήθηκε σε σμάλτα από πολύ παλιά, χρησιμοποιήθηκε σαν χρώμα ζωγραφικής σε πίνακες μόνο από την αναγέννηση και μετά, συγκεκριμένα από τα μέσα του 15ου αιώνα έως το 1900.
Η πρώτη καταγεγραμμένη αναφορά της ονομασίας αυτού του χρώματος στην Αγγλική ως Naples Yellow έγινε το 1738.
Το όνομά του προέρχεται πιθανότατα από την παρουσία του ως φυσική εναπόθεση στην ηφαιστειακή γη του Βεζούβιου, στον κόλπο της ιταλικής Νάπολης.
Μια άλλη, αρκετά πιο πρόσφατη πορτοκαλί βαφή είναι το πορτοκαλί του χρωμίου που είναι ένα βασικό χρωμικό άλας του μολύβδου το οποίο εισήχθη ως χρωστική το 1809.
Το χρώμα της χρωστικής μπορεί να κυμαίνεται από ανοιχτό έως βαθύ πορτοκαλί, η αδιαφάνειά του δε, είναι εξαιρετική.
Το όνομα "πορτοκαλί του χρωμίου " προέρχεται από το όνομα του χημικού στοιχείου χρώμιο από το οποίο προέρχεται και η ονομασία «κίτρινο του χρωμίου».
Το χρώμιο είναι το 24ο στοιχείο του περιοδικού πίνακα και η ονομασία του προέρχεται από την ελληνική λέξη χρώμα, επειδή πολλές από τις ενώσεις του είναι έντονα χρωματισμένες.
Ανακαλύφθηκε από τον Louis Nicolas Vauquelin στον ορυκτό κροκοΐτη (χρωμικό μόλυβδο) το 1797.
Το ορυκτό έχει χρώμα βαθύ πορτοκαλί και είναι μια φυσική μορφή του χρωμικού μολύβδου.
Το χρώμιο είναι ο «ορυκτός χαμαιλέοντας» ενός σιβηρικού ορυκτού που ονομάζεται κροκοΐτης και ανακαλύφθηκε τον δέκατο όγδοο αιώνα, από το οποίο παράγεται μια ποικιλία χρωμάτων.
Το ορυκτό έχει χρώμα βαθύ πορτοκαλί και είναι μια φυσική μορφή του χρωμικού μολύβδου.
Το πορτοκαλί του χρωμίου έγινε η πρώτη καθαρά πορτοκαλί χρωστική μετά την μεσαιωνική μείωση της χρήση του realgar.
Το πορτοκαλί χρώμιο κυκλοφόρησε ως χρωστική ουσία το 1809, όμως η παγκόσμια παραγωγή πορτοκαλί του χρωμίου σταμάτησε πριν από λίγες δεκαετίες, στον 20ο αιώνα.
Ένα άλλο ορυκτό από το οποίο παράγεται πορτοκαλί βαφή είναι το κάδμιο, από το οποίο παράγονται επίσης η κόκκινη και η κίτρινη χρωστική ουσία του καδμίου.
Το φάσμα των χρωστικών ουσιών του καδμίου, κίτρινο, πορτοκαλί, κόκκινο είναι αποτέλεσμα του βασικού κίτρινου κάδμιου (θειούχο κάδμιο) με λίγο σελήνιο στη θέση του θείου (σελήνιο καδμίου).
Επομένως, το θειούχο κάδμιο μπορεί να παρασκευαστεί σε διάφορες αποχρώσεις που κυμαίνονται από κίτρινο, πορτοκαλί έως κόκκινο.
Η ονομασία του στοιχείου ‘Κάδμιο’ προέρχεται από την ελληνική kadmeia (Καδμεία) Γη (Cadmean), όπου βρέθηκε για πρώτη φορά κοντά στη Θήβα, πόλη που ιδρύθηκε από τον Φοίνικα πρίγκιπα Κάδμο.
Ο Stromeyer ανακάλυψε μεταλλικό κάδμιο το 1817, αλλά η παραγωγή των χρωστικών του καδμίου καθυστέρησε μέχρι το 1820 λόγω της σπανιότητας του μετάλλου.
Όλες οι χρωστικές καδμίου είναι λαμπερές και οι βαθύτερες αποχρώσεις έχουν την μεγαλύτερη αντοχή σταθερότητα.
Χρησιμοποιήθηκαν τόσο σε λάδια όσο και σε ακουαρέλες, αλλά δεν μπορούσαν να αναμειχθούν με χρωστικές με βάση τον χαλκό.
Ένα βαθύ πορτοκαλί προς το κόκκινο μας δίνει και ο κόκκινος μόλυβδος, το γνωστό μας μίνιο, αλλά σε αυτό είχε αναφερθεί στην αυτοπαρουσίαση του το κόκκινο χρώμα.
Άλλες σύγχρονες συνθετικές πορτοκαλί βαφές είναι το Quinacridone πορτοκαλί, μια οργανική χρωστική που ανακαλύφθηκε το 1896 και παρήχθη το 1935 καθώς και το πορτοκαλί δικετοπυρρολοπυρρόλιο ή πορτοκαλί DPP που είναι μια συνθετική οργανική χρωστική που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στο εμπόριο το 1986. Πωλείται με διάφορες εμπορικές ονομασίες, όπως translucent orange (ημιδιαφανές πορτοκαλί).
Παράγει ένα εξαιρετικά φωτεινό και διαρκές πορτοκαλί χρώμα και χρησιμοποιείται ευρέως για τον χρωματισμό πλαστικών και ινών.
Πορτοκαλί χρώμα μας δίνουν και το σαφρόν (κρόκος), όπως και η τουρμερική σκόνη.
Αλλά σε αυτά θα αναφερθούμε σε λίγο.
Topic: βαφές, ορυκτα και χρωματα, Πορτοκαλί, Συνέντευξη με τα χρώματα, χρωστικές | Tags: None