Συνεντευξη με τα χρωματα [ρξη’]: πορτοκαλι χρωστικες / βαφες (συμπληρωμα)
Η «Συνέντευξη με τα χρώματα» είναι μια προσπάθεια τακτοποίησης των όσων έχουν ειπωθεί (και θα ειπωθούν) για τα χρώματα, σε μια σειρά, ας πούμε, εύπεπτης διδακτικής ύλης, για όλους όσοι θέλετε να «μάθετε» τα χρώματα και τον κόσμο τους.
Η σειρά έχει την μορφή μιας υποτιθέμενης, διδακτικής, συνέντευξης των χρωμάτων προς τον άνθρωπο.
Συνέντευξη με τα χρώματα
[ρξη΄]
Πορτοκαλί χρωστικές και βαφές (συμπλήρωμα)
[η΄]
-Μάλιστα! Σου μιλούσα Άνθρωπε, εγώ το πορτοκαλί χρώμα, για τις χρωστικές που σου δίνουν πορτοκαλί και την δυνατότητα να βάφεις ή να δημιουργείς πορτοκαλί βαφές με αυτές.
Είχα σταματήσει στον κρόκο, ή άλλως σαφρόν και την τουρμερική σκόνη (κουρκουμά) και σου υποσχέθηκα ότι θα συνεχίσω με αυτά και μαζί τους θα αναφερθώ και στην κόκκινη χένα, που ουσιαστικά είναι πορτοκαλιά.
Βεβαίως δεν πρέπει να ξεχάσω να αναφερθώ και στα καροτένια που είναι οι βασικές βιολογικές χρωστικές και χαρίζουν το πορτοκαλί χρώμα στην φύση γύρω τους.
Οι καροτίνες είναι οι μόνες χρωστικές ουσίες που υπάρχουν και στο φυτικό βασίλειο αλλά και στο ζωικό, όπως σου είπα και προηγουμένως, γι’ αυτό υπάρχουν πέρα από τα πορτοκαλιά λουλούδια, φύλλα, φρούτα καρπούς κ.λ.π. και πολλά ψάρια και πουλιά με πορτοκαλί χρώμα.
Υπάρχουν και πολλά θηλαστικά με πορτοκαλί τρίχωμα, που ενώ έχουν μια πορτοκαλοκόκκινη χροιά εμείς τα θεωρούμε και ονομάζουμε «κόκκινα» όπως π.χ. τα κόκκινα άλογα, τους κοκκινοτρίχηδες ανθρώπους, τους ουραγκοτάγκους κ.α. που όμως το πορτοκαλοκκόκινο χρώμα τους δεν οφείλεται σε καροτένια αλλά στις φαιομελανίνες που παράγει ο οργανισμός τους, μια από τις δυο ομάδες μελανινών, η οποία «βάφει» το ζωϊκό βασίλειο με ποτοκαλοκόκκινα έως καστανά χρώματα.
Η άλλη ομάδα είναι οι ευμελανίνες, στις οποίες οφείλονται τα σκούρα καστανά και μαύρα χρώματα των ζώων.
Αλλά στις μελανίνες θα αναφερθούμε μελλοντικά.
Ας ξεκινήσω με το σαφρόν που δεν είναι τίποτε άλλο από τους στήμονες του λουλουδιού κρόκος, και έχουν ισχυρή βαφική ικανότητα σε πορτοκαλί ή κίτρινο σκούρο χρώμα.
Ο Crocus sativus, κοινώς γνωστός ως κρόκος σαφράν ή κρόκος του φθινοπώρου είναι ένα είδος ανθοφόρου φυτού στην οικογένεια ίριδας Iridaceae.
Είναι περισσότερο γνωστό για τη μαγειρική χρήση των ανθικών στιγμάτων του ως το μπαχαρικό σαφράν.
Η ανθρώπινη καλλιέργεια του κρόκου σαφράν και το εμπόριο και η χρήση του σαφράν έχουν διαρκέσει για περισσότερα από 3.500 χρόνια και εκτείνονται σε διαφορετικούς πολιτισμούς, ηπείρους και πολιτισμούς.
Γενικά ανθίζει το φθινόπωρο συνήθως με μωβ άνθη που έχουν έξι πέταλα και τρία κόκκινα έως πορτοκαλί ή κίτρινα στίγματα.
Πιστεύεται ότι ο εξημερωμένος κρόκος σαφράν πιθανότατα προέκυψε ως αποτέλεσμα επιλεκτικής αναπαραγωγής από το άγριο C. cartwrightianus στο νότιο τμήμα της ηπειρωτικής Ελλάδας, ενώ σήμερα παράγεται κυρίως στην βόρεια Ελλάδα, όπου φημισμένος είναι ο κρόκος Κοζάνης.
Η προέλευση από τη Δυτική ή Κεντρική Ασία, αν και συχνά αναφέρεται, δεν υποστηρίζεται από βοτανική έρευνα.
Τα στίγματα του άνθους χρησιμοποιούνται ως το μαγειρικό μπαχαρικό σαφράν. Χρησιμοποιείται επίσης για σκοπούς υγείας, ειδικά στην παραδοσιακή ασιατική ιατρική – λόγω των βιολογικά ενεργών χημικών ενώσεων (κυρίως αλκαλοειδή, ανθοκυανίνες, καροτενοειδή, φλαβονοειδή, φαινολικά, σαπωνίνες και τερπενοειδή), το σαφράν προκαλεί, μεταξύ άλλων, βελτιωτική δράση στη διάθεση (συμπεριλαμβανομένων ατόμων με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή).
Ανάλογα με το μέγεθος των συλλεγόμενων στιγμάτων, απαιτούνται άνθη μεταξύ 50.000 και 75.000 μεμονωμένων φυτών για την παραγωγή περίπου 1 λίβρας σαφράν. Σημειωτέον πως κάθε βολβός παράγει μόνο ένα ή δύο άνθη και κάθε λουλούδι παράγει μόνο τρία στίγματα.
Τα στίγματα πρέπει να συλλέγονται τα μέσα του πρωινού, όταν τα άνθη είναι πλήρως ανοιχτά.
Ο κρόκος σαφράν καλλιεργείται εμπορικά σήμερα σε διάφορες τοποθεσίες, αλλά κυρίως από την Ισπανία έως την Ιταλία, την Ελλάδα, το Ιράν και την Ινδία, με σχεδόν το 80% της παγκόσμιας παραγωγής να προέρχεται από την Ισπανία και το Ιράν.
Κάθε λουλούδι έχει τρία μακριά στίγματα, όπως ήδη σου είπα, με κοκκινωπό-πορτοκαλί χρώμα στις άκρες.
Τα στίγματα συχνά προεξέχουν πέρα από το κύπελλο των πετάλων.
Χρειάζονται περίπου 1/4 εκατομμύριο στίγματα (75.000 άνθη) για να παραχθεί μισό κιλό σαφράν, γεγονός που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί το σαφράν είναι το πιο ακριβό μπαχαρικό που πωλείται στο εμπόριο σήμερα.
Το σαφράν έχει έντονο άρωμα, είναι ελαφρώς πικρό στη γεύση και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως χρωστική ουσία, δεδομένου ότι το βαθυκίτρινο χρώμα (λόγω της παρουσίας καροτενοειδών) μπορεί να ληφθεί με την ενυδάτωση των ανθών σε θερμό νερό.
Βέβαια, σαν μπαχαρικό χρησιμοποιείται στην μαγειρική, προσδίδοντας ένα κιτρινωπό χρώμα στα φαγητά.
Στην αρχαία Ελλάδα έβαφαν με κρόκο ακριβά υφάσματα που φορούσαν Εταίρες και όσες ήθελαν να προκαλέσουν ερωτικά τους άνδρες και έχει διασωθεί η φράση «θα φορέσω τα κροκοτά μου» που εκστομίζει η Κλεονίκη στην «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη.
Κροκόπεπλη ενδεδυμένη αναφέρεται στους Ορφικούς ύμνους και η χθόνια θεότης Μελινόη.
Ο κουρκουμάς (Curcuma longa ή τουρμερική σκόνη) είναι ένα ανθοφόρο φυτό της οικογένειας των τζίντζερ (Zingiberaceae), δηλ. της πιπερόριζας.
Είναι ένα πολυετές, ριζωματώδες, ποώδες φυτό που προέρχεται από την ινδική υποήπειρο και τη Νοτιοανατολική Ασία και απαιτεί θερμοκρασίες μεταξύ 20 και 30 °C (68 και 86 °F) και υψηλές ετήσιες βροχοπτώσεις για να ευδοκιμήσει.
Τα φυτά συλλέγονται κάθε χρόνο για τα ριζώματά τους, μερικά για πολλαπλασιασμό την επόμενη σεζόν και μερικά για κατανάλωση ή βαφή.
Τα ριζώματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν φρέσκα, αλλά συχνά βράζονται σε νερό και ξηραίνονται και μετά αλέθονται σε μια βαθιά πορτοκαλοκίτρινη σκόνη μπαχαρικών που χρησιμοποιείται συνήθως ως χρωστική και αρωματική ουσία σε πολλές ασιατικές κουζίνες, ειδικά για κάρυ (σκόνη κάρυ).
Η σκόνη κουρκουμά έχει μια ζεστή, πικρή γεύση που μοιάζει με μαύρο πιπέρι και ένα γήινο άρωμα που μοιάζει με μουστάρδα.
Αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως χρωστική ουσία και αργότερα για τις υποτιθέμενες ιαματικές ιδιότητές της στη λαϊκή ιατρική.
Στην Ινδία, εξαπλώθηκε με τον Ινδουισμό και τον Βουδισμό, καθώς η πορτοκαλο – κίτρινη αυτή χρωστική χρησιμοποιείται για το χρωματισμό των ενδυμάτων των μοναχών και των ιερέων.
Μία άλλη φυτική ουσία που μας δίνει πορτοκαλοκόκκινο χρώμα είναι η κόκκινη χέννα.
Η κόκκινη χέννα (Lawsonia Inermis), ή άλλως κύπρος ή κυπρίνη, είναι μια φυσική σκόνη που προέρχεται από τα φύλλα του φυτού της χέννας και χρησιμοποιείται εδώ και χιλιάδες χρόνια για βαφή μαλλιών και διακοσμητικές τέχνες σώματος, όπως οι παραδοσιακές mehndi σχεδιάσεις.
Σήμερα, η κόκκινη χέννα παραμένει δημοφιλής για τις ιδιότητές της ως φυσική, φυτική βαφή, προσφέροντας ένα ζωντανό, πλούσιο κοκκινωπό χρώμα χωρίς τη χρήση χημικών ουσιών.
Η χέννα καλλιεργείται κυρίως στις ξηρές, θερμές περιοχές της Ινδίας, της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής.
Τα φύλλα του φυτού συλλέγονται, αποξηραίνονται και στη συνέχεια αλέθονται σε λεπτή σκόνη, η οποία χρησιμοποιείται είτε μόνη της είτε σε συνδυασμό με άλλα φυσικά συστατικά.
Το κύριο συστατικό της χέννας που ευθύνεται για την έντονη χρωστική της είναι η νόμινη (lawsone), μια φυσική χρωστική ουσία που δεσμεύεται με την κερατίνη των μαλλιών και του δέρματος, προσφέροντας βαθύ κόκκινο χρώμα.
Η κόκκινη χέννα είναι ιδιαίτερα αγαπητή για το πλούσιο, φωτεινό κόκκινο χρώμα που δίνει στα μαλλιά.
Εξαρτάται από τον φυσικό τόνο των μαλλιών, αλλά γενικά τα ανοιχτόχρωμα μαλλιά αποκτούν μια πιο ζωντανή κόκκινη απόχρωση, ενώ τα πιο σκούρα μαλλιά αποκτούν ένα κοκκινωπό γυάλισμα.
Η χέννα βοηθά στη ρύθμιση της υπερβολικής λιπαρότητας και της πιτυρίδας, καθιστώντας την ιδανική επιλογή για όσους έχουν προβλήματα με το τριχωτό της κεφαλής, γι’ αυτό αν πάτε στην Ινδία θα προσέξετε ότι και αρκετοί άνδρες έχουν βαμμένα τα μαλλιά τους με κόκκινη χέννα.
Έχει χρησιμοποιηθεί από την αρχαιότητα για διάφορους θεραπευτικούς σκοπούς ως στυπτικό, αντιαιμοραγικό, υποτασικό και παθήσεις του δέρματος.
Από το 1890 χρησιμοποιείται συστηματικά στην Ευρώπη.
Κόκκινη χέννα σε μορφή σκόνης χρησιμοποιείται για βαφή μαλλιών, αλλά και για τατουάζ, βαφή δερμάτινων και μάλλινων ή άλλων υφασμάτων.
Σήμερα καλλιεργείται στην Αίγυπτο, Ινδία, Κουρδιστάν, Περσία και Συρία.
Πάμε τώρα σε μια άλλη βασική βιο-χρωστική ουσία που βάφει φυτά και ζώα με πορτοκαλί (αλλά και κίτρινα ή κόκκινα) χρώματα και είναι η μόνη βιο-χρωστική ουσία που υπάρχει και στα δύο κύρια ένζωα βασίλεια, την χλωρίδα και την πανίδα.
Πρόκειται για τα καροτένια, που σου ανέφερα και προηγουμένως.
Ο όρος καροτένιο (carotene) ή καροτενοειδής, χρησιμοποιείται για πολλές σχετικές ουσίες ακόρεστων υδρογονανθράκων με τύπο C40Hx, οι οποίες συντίθενται από τα φυτά, αλλά γενικά δεν μπορούν να παρασκευαστούν από ζώα (με εξαίρεση ορισμένων αφιδών και ακάρεων αράχνης που απέκτησαν τα γονίδια σύνθεσης από μύκητες).
Τα καροτένια είναι φωτοσυνθετικές χρωστικές σημαντικές για την φωτοσύνθεση.
Απορροφούν το υπεριώδες, το ιώδες και το μπλε φως και διαχέουν πορτοκαλί ή κόκκινο φως ενώ σε χαμηλές συγκεντρώσεις κίτρινο φως.
Τα καροτένια είναι υπεύθυνα για το πορτοκαλί χρώμα του καρότου, από το οποίο ονομάζεται αυτή η κατηγορία χημικών ουσιών, και για τα χρώματα πολλών άλλων φρούτων, λαχανικών και μυκήτων.
Τα καροτένια είναι επίσης υπεύθυνα για τα πορτοκαλί (αλλά όχι όλα τα κίτρινα) χρώματα στα ξηρά φυλλώματα.
Αλλά για τα καροτένια θα μας μιλήσουν αναλυτικά οι χρωστικές ουσίες, όταν έρθει η ώρα να πάρουν την σκυτάλη του βήματος της «Συνέντευξης με τα χρώματα».
Σταματώ για λίγο εδώ, αφού νομίζω πως είπαμε ήδη αρκετά για τις πορτοκαλί βαφές και χρωστικές.
admin is | Topic: ζωα και χρωματα, Πορτοκαλί, Συνέντευξη με τα χρώματα, Φύση και χρώματα, φυτά και χρώματα, χρωστικές | Tags: None

No Comments, Comment or Ping
Reply to “Συνεντευξη με τα χρωματα [ρξη’]: πορτοκαλι χρωστικες / βαφες (συμπληρωμα)”