Συνεντευξη με τα χρωματα [ρπα’]: Καφε χρωστικες – βαφες
Η «Συνέντευξη με τα χρώματα» είναι μια προσπάθεια τακτοποίησης των όσων έχουν ειπωθεί (και θα ειπωθούν) για τα χρώματα, σε μια σειρά, ας πούμε, εύπεπτης διδακτικής ύλης, για όλους όσοι θέλετε να «μάθετε» τα χρώματα και τον κόσμο τους.
Η σειρά έχει την μορφή μιας υποτιθέμενης, διδακτικής, συνέντευξης των χρωμάτων προς τον άνθρωπο.
Συνέντευξη με τα χρώματα
[ρπα΄]
Καφε χρωστικές – βαφές
[ζ΄]
-Θα συνεχίσω να σου λέω για μένα, συγκεκριμένα για τις χρωστικές και τις βφές που δίνουν καφετιά χρώματα.
Η ώχρα «ούμπερ» (σε φυσική και ψημένη μορφή) συγκαταλέγεται στα αρχαιότερα χρωστικά υλικά που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος.
Πρόκειται για έναν καφέ άργιλο που περιέχει μεγάλη ποσότητα οξειδίου του σιδήρου και οξείδιο του μαγγανίου σε ποσοστό από 5% έως 20%, συστατικά που προσδίδουν το χρώμα.
Η απόχρωσή της κυμαίνεται από πρασινωπό καφέ έως σκούρο καφέ.
Το όνομά της προέρχεται από την ιταλική περιφέρεια της Ούμπρια, όπου γινόταν παλαιότερα η εξόρυξή της.
Σήμερα, η κύρια πηγή προέλευσης είναι η Κύπρος.
Η ψημένη ώχρα «ούμπερ» (burnt umber) είναι το ίδιο χρωστικό υλικό αφού υποστεί πύρωση, διαδικασία που καθιστά το χρώμα πιο σκούρο και πιο κοκκινωπό.
Η ώχρα «σιένα» (σε φυσική και ψημένη μορφή) είναι επίσης χρωστικό υλικό αργιλικής προέλευσης, πλούσιο σε οξείδιο του σιδήρου, το οποίο εξορυσσόταν κατά την Αναγέννηση στην περιοχή της Σιένα, στην Τοσκάνη.
Η σιένα περιέχει μαγγάνιο σε ποσοστό μικρότερο του 5%.
Η φυσική γη σιένα έχει χρώμα σκούρας κίτρινης ώχρας όταν πυρώνεται, μετατρέπεται σε ένα πλούσιο κοκκινωπό καφέ, γνωστό ως ψημένη σιένα (burnt sienna).
Το «καφέ της μούμιας» (mummy brown) ήταν χρωστικό υλικό για ελαιογραφίες, το οποίο παρασκευαζόταν από αλεσμένες αιγυπτιακές μούμιες.
Το «caput mortuum» είναι χρωστικό υλικό με βάση τον αιματίτη (οξείδιο του σιδήρου) που χρησιμοποιείται στη ζωγραφική.
Η ονομασία αυτή χρησιμοποιείται επίσης για να δηλώσει το «καφέ της μούμιας».
Το καφέ «Van Dyck» —γνωστό στην Ευρώπη και ως «γη της Κολωνίας» ή «γη του Κάσελ»— είναι ένα ακόμη φυσικό χρωστικό υλικό γήινης προέλευσης, το οποίο αποτελούνταν κυρίως από αποσυντεθειμένη φυτική ύλη.
Προσέδιδε ένα πλούσιο σκούρο καφέ χρώμα και χρησιμοποιήθηκε ευρέως από την εποχή της Αναγέννησης έως τον 19ο αιώνα.
Ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του ζωγράφου Άντονι βαν Ντάικ (Anthony van Dyck), αν και είχε χρησιμοποιηθεί από πολλούς άλλους καλλιτέχνες πριν από αυτόν.
Επειδή ήταν εξαιρετικά ασταθές και αναξιόπιστο υλικό, η χρήση του εγκαταλείφθηκε τον 20ό αιώνα, αν και η ονομασία εξακολουθεί να χρησιμοποιείται για σύγχρονα συνθετικά χρωστικά.
Το χρώμα Van Dyck μπορεί να αναπαραχθεί με την ανάμειξη μαύρου (καμένου) ελεφαντόδοντου (ivory black) με μωβ ή βενετσιάνικο κόκκινο, ή με την ανάμειξη κόκκινου του καδμίου με μπλε του κοβαλτίου.
Καφέ «Mars» (Mars brown ή καφέ του Άρη).
Οι ονομασίες των γήινων χρωμάτων εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται, αλλά ελάχιστα σύγχρονα χρωστικά υλικά με αυτά τα ονόματα περιέχουν όντως φυσικά γήινα υλικά· τα περισσότερα συστατικά τους σήμερα είναι συνθετικά.
Το καφέ «Mars» αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτών των νέων χρωμάτων, καθώς παρασκευάζεται με συνθετικά χρωστικά οξειδίου του σιδήρου.
Τα νέα αυτά χρώματα διαθέτουν ανώτερη χρωστική ισχύ και καλυπτικότητα.
Ο Ρωμαίος συγγραφέας Οβίδιος, τον 1ο αιώνα π.Χ., περιέγραψε πώς οι Γαλάτες χρησιμοποιούσαν τον χυμό από το περίβλημα (τη σάρκα) που βρίσκεται μέσα στο κέλυφος του καρυδιού για να φτιάξουν μια καφέ χρωστική για το μαλλί ή μια κοκκινωπή χρωστική για τα μαλλιά τους.
Η καστανιά χρησιμοποιείται επίσης από την αρχαιότητα ως πηγή καφέ χρωστικής. Για την παραγωγή καφετιάς χρωστικής έχουν αξιοποιηθεί τόσο ο φλοιός του δέντρου όσο και τα φύλλα και το περίβλημα των καρπών.
Τα φύλλα χρησιμοποιούνταν για την παρασκευή μπεζ ή κιτρινοκαφέ χρωστικής, ενώ στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η κιτρινοκαφέ απόχρωση από τα φύλλα της καστανιάς συνδυαζόταν με το μπλε του λουλακιού (ινδικό) για τη δημιουργία αποχρώσεων του πράσινου.
Ένα άλλο φυτό που μας δίνει, ας πούμε σχετικά, καφετιά χρώματα είναι η χένα.
Η χένα (αραβικά: حناء), ιστορικά γνωστή ως κύπρινον είναι μια βαφή που παρασκευάζεται από το φυτό Lawsonia inermis.
Έχει χρησιμοποιηθεί από την αρχαιότητα για βαφή δέρματος (επιδερμίδας), των μαλλιών και των νυχιών, καθώς και υφασμάτων όπως το μετάξι, το μαλλί και το δέρμα.
Όμως η χένα είναι βαφή φυγάς, δηλαδή φεύγει δεν διατηρείται με το πλύσιμο και τον καιρό και χρειάζεται ειδική διαδικασία για να διατηρηθεί κάπως περισσότερο.
Η χένα αποδίδει ανάλογα με το είδος της δυο είδη καφετιών βαφών.
Η μαύρη χένα δίνει μια σχεδόν μαύρη απόχρωση, ενώ η κανονική χένα μας δίνει μια καφε-κοκκινωπή, σχεδόν κόκκινη χροιά.
Χρησιμοποιείται κυρίως σαν προσωρινή βαφή ανθρώπινων μαλλιών που αναλόγως το είδος της τα μαυρίζει ή τα κοκκινίζει.
Φυσικά χρησιμοποιείται για να χρωματίζει – βάφει κυρίως καστανά μαλλιά.
Ναι, όπως σου έχω πει προηγουμένως πως τα καφετιά μαλλιά και τα μάτια στα ελληνικά τα λέμε καστανά, αλλά σε αυτά θα αναφερθούμε σε λιγο….
admin is | Topic: βαφές, ιστορία και χρώματα, καφέ, καστανό, ορυκτα και χρωματα, Συνέντευξη με τα χρώματα, χρωστικές | Tags: None

No Comments, Comment or Ping
Reply to “Συνεντευξη με τα χρωματα [ρπα’]: Καφε χρωστικες – βαφες”