xromata.com


≡ Παραμύθι 1

Παραμύθι: Η αναζήτηση των χρωμάτων

 





Παραμύθι


Η αναζήτηση των χρωμάτων

 

Ένα Παραμύθι γύρω από τα χρώματα!

Τί γυρεύει ένα παραμύθι σε μια ιστοσελίδα που ασχολείται με τα χρώματα; Δίκαια θα αναρωτηθείτε και με το δίκιο σας θα περιμένετε μια σοβαρή απάντηση. 

Μην περιμένετε! Δεν υπάρχει! Τουλάχιστον μια σοβαρή, ή έστω σοβαροφανής απάντηση.

 

Όλα ξεκίνησαν σαν ένα παιχνίδισμα, όταν τα xromata.com συνδέθηκαν με το F/B και σχημάτισαν μια ομώνυμη ομάδα, επίκουρη στην διάδοση του site.

 

 

Θέλοντας να μιμιθώ κάποιους φίλους που μας καληνύχτιζαν στο F/B κάθε βράδυ αναρτώντας κλασική μουσική, προσπαθώντας όμως να πρωτοτυπήσω, αποφάσισα να ανταποδίδω το καληνύχτισμα, κάθε βράδυ, με μια εικόνα παραμυθιού και μια συνοδευτική λεζάντα.

 

 

Οι λεζάντες, από ένα απλό καλησπέρισμα, εξελίχθηκαν στην αφήγηση ενός παραμυθιού όπου εμπλέκονται γνωστοί και λιγότερο γνωστοί ήρωες παραμυθιών σε μια αναζήτηση της έννοιας των χρωμάτων, ξεκινώντας με την απαίτηση της Κοκκινοσκουφίτσας, προς τον χαμένο στον κόσμο των Παραμυθιών και της Φαντασίας ήρωά μας (ευατό μας), της γνώσης της έννοιας του κόκκινου χρώματος.

 

 

Το παραμύθι, το οποίο συνεχίζεται, έχει ήδη ξεπεράσει τις 300 εικόνες, οι οποίες όμως χάνονται μέσα στον όγκο των αναρτήσεων του F/B.

 

 

Γι’ αυτό, πήρα την απόφαση να το επαναλάβω εδώ, ώστε να μπορεί να το παρακολουθεί όποιος θέλει, από όποιο σημείο θέλει. Έτσι λοιπόν, κάθε εβδομάδα θα αναρτώνται, με την κανονική σειρά τους, κάποιες εικόνες του παραμυθιού, ξεκινώντας από την αρχή του.

 

 

Ελπίζω να αποκτήσει κι εδώ κάποιους φίλους (όπως συνέβη στο F/B). Εξάλλου φίλοι μου, ο κόσμος των Παραμυθιών και της Φαντασίας είναι πολύχρωμος, γεμάτος από τα δικά του "φανταστικά" χρώματα!

 

 

 

 

Τί λέτε λοιπόν; Ξεκινάμε;

 

 

0001

 

Επειδή το παιδί που έχω μέσα μου δεν λέει να φύγει (και καλά κάνει) κι επειδή πιστεύω ότι οι περισσότεροι έχετε κρατήσει αυτό το παιδί μέσα σας, θα σας καληνυχτίζω τα βράδια (όποτε μπορώ) με μια εικόνα από κάποιο παραμύθι. Καληνύχτα σας και όνειρα γλυκά!

 

0002

Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη, δώς’ της μπάτσο να γυρίσει, παραμύθι ν’ αρχινήσει. Καληνύχτα σας και όνειρα γλυκά σαν πάτε για ύπνο.

 

0003

Όταν ήμουν μικρός, πίστευα πως το βράδυ όταν με έπαιρνε ο ύπνος τα παιχνίδια στο δωμάτιό μου ζωντάνευαν και περπατούσαν και έπαιζαν… το πίστευα τόσο πολύ που κάποια βράδια νόμιζα ότι τα παρακολουθούσα με μισάνοιχτα μάτια. Καληνύχτα σε όσους νυστάξατε ήδη… Καληνύχτα και στους υπόλοιπους!

 

0004

Μικρός, κάποιες βραδιές πίστευα πως σαν κοιμόμουν έρχονταν από το παράθυρο οι ήρωες των παραμυθιών να μου κάνουν συντροφιά..
Καλησπέρα και καληνύχτα..

 

0005

 Χθες βράδυ, καθώς μ’ έπαιρνε ο ύπνος, άνοιξε το παράθυρό μου και μπήκε μέσα στο δωμάτιό μου ο Πήτερ Παν. «Έλα!» μου είπε. «Πιάσε με από το χέρι, να πετάξουμε μαζί, να πάμε στην Nowhere Land, στη Χώρα του Πουθενά».

Όνειρα γλυκά, σαν πάτε για ύπνο!

 

 

 

0006

 

Πετώντας προς την Nowhere Land, την Χώρα του Πουθενά, ανταμώσαμε την Mother Goose, την μαμά Χήνα, να πετά κι αυτή βιαστικά. «Τρέχω να προλάβω, με χρειάζονται!», μας φώναξε από μακριά κι’ εξαφανίστηκε.

 

 

 

0007

 

Η μαμά Χήνα έτρεξε να συνδράμει με τα παραμύθια της μια μητέρα που ήθελε να κοιμίσει το κοριτσάκι της. Μαμά πες μου «την αγελάδα που πετούσε στο φεγγάρι» ζήτησε η μικρή, ενώ βυθιζόταν στον ύπνο και παράλληλα μεγάλωνε.. γινόταν κοπέλα.. γιατί στα παραμύθια ο χρόνος κυλά διαφορετικά απ’ ότι τον ξέρουμε!   

 

0008

«Μανούλα, θέλω κι εγώ να πετάξω σαν την αγελάδα, στο φεγγάρι κι ακόμα πιο μακριά.  Να πάω στη χώρα του Πουθενά..», γουργούρισε η μικρή καθώς την έπαιρνε ο ύπνος, ενώ μεγάλωσε λίγο ακόμα και έγινε μια όμορφη κοπελίτσα!

 

0009

«Άκου! Μια κοπελιά μας καλεί. Θέλει να πετάξει μαζί μας..» είπε ο Πήτερ Παν. Αμέσως βρέθηκε στο παραθύρι της προτείνοντας της το χέρι του για να μας ακολουθήσει στο πέταγμά μας.

 

0010

 Ήλθαν κι άλλα παιδιά, μικρά και μεγάλα, μαζί μας και όλοι παρέα πετούσαμε πάνω από μικρές και μεγάλες πόλεις με προορισμό την χώρα του Πουθενά.

 

 

0011

 

Όπως πετούσαμε, διέκρινα ένα πανέμορφο δάσος. Αποφάσισα να εγκαταλείψω για λίγο την παρέα και να χωθώ μέσα του. Ασκούσε μια γοητεία επάνω μου! Η μυρωδιά του… δεν ξέρω τι.. κάτι με καλούσε εκεί, να πάω να περπατήσω στα μονοπάτια του.

 

0012

Μέσα στο δάσος, είδα να διασχίζει ένα μονοπάτι μια μικρή ντυμένη στα κόκκινα.

«Κοριτσάκι!» της φώναξα, «Πρόσεχε! Ξοπίσω σου παραφυλάει ένας λύκος!»

«Το ξέρω.» μου απάντησε ατάραχη! «Είναι το Μοιραίο μου», συνέχισε.

«Τίί;;» είπα έκπληκτος.

«Χωρίς αυτόν δεν θα γίνω ποτέ η Κοκκινο- σκουφίτσα!», μου είπε η μικρή.

 

 

 

0013

 

«Κοκκινοσκουφίτσα..» τη ρώτησα, «..γιατί φοράς κόκκινα ρούχα;»

«Πήγαινε πρώτα να μάθεις τι σημαίνει το κόκκινο χρώμα και μετά έλα ξανά να το συζητήσουμε!», μου απάντησε και συνέχισε το δρόμο προς στο μονοπάτι του δάσους, κόβοντας λουλούδια.

 

 

 

0014

 

Συνέχισα την περιπλάνησή μου στο δάσος μέχρι που, ομολογώ, ψιλοχάθηκα, όταν είδα να περνά από μπροστά μου ένας τόσο δα μικρούλης καβάλα σ’ ένα ποντικό.

Ήταν ο Κοντορεβιθούλης. Τον πήρα στο κατόπιν και σχεδόν έτρεχα να τον προλάβω, αφού ο ποντικός του σαλτάριζε τόσο γρήγορα.

 

 

 

0015

 

Λαχάνιασα τρέχοντας πίσω από τον Κοντο- ρεβιθούλη όταν ξαφνικά ο ποντικός του σταμάτησε στα ριζά προς θεόρατου δέντρου.

Σήκωσα το κεφάλι μου και κοίταξα προς τα πάνω. Αααα!! Τι ήταν αυτό που είδα… 

 

 

 

0016

 

Το δέντρο ήταν μια τεράστια φασολιά που η άκρη της χανόταν στα σύννεφα. Πάνω της σκαρφάλωνε ο Τζακ (ο Γιαννάκης, επί το ελληνικότερον). Κάθισα και χάζευα το σκαρφάλωμά του μέχρι που εξαφανίστηκε από τα μάτια μου. 

 

 

 

0017

 

Δεν πέρασε πολύ ώρα και να σου ο Τζακ, ο Γιαννάκης μας, να κατεβαίνει αλαφιασμένος από την φασολιά κρατώντας μια κότα. «Η κότα που γεννά χρυσά αυγά.. Χαράς τη μοίρα μου, χαράς το ριζικό μου» φώναζε χαρούμενος κι ανήσυχος συνάμα!

 

 

 

0018

 

«Ήταν μοιραίο να βρεθεί μπροστά μου αυτός ο άνθρωπος που αγόρασε την αγελάδα μου για λίγα μαγικά φασόλια και ναν’ καλά το πεπρωμένο μου που τον πίστεψα και του την πούλησα» μου είπε χαρούμενος ο Τζακ μόλις με συνάντησε. «Και τώρα φύγε γρήγορα για το καλό σου» μου συνέστησε κι εξαφανίστηκε τρέχοντας.

 

 

 

0019

 

Έφυγα βιαστικά και τρέχοντας χωρίς να ξέρω το γιατί, ούτε που πάω. Κουράστηκα. Άρχισε και πάλι να σουρουπώνει (είπαμε, ο χρόνος εδώ κυλά περίεργα). Είδα ένα σπιτάκι που μου φάνηκε άδειο κι έρημο.. Αποφάσισα να χωθώ μέσα του.. 

Αχ! Πόσο νυστάζω!! Ίσα που προλαβαίνω να μπω στο σπιτάκι.. με παίρνει ο ύπνος!

 

 

 

0020

 

Αχ! Κοιμήθηκα βαθειά!

Τώρα ξυπνάω.. τεντώνομαι…  Εεεε!!

Τι γίνεται εδώ;; Τι συμβαίνει; Πώς έγινα μια μικρή ξανθομαλλούσα;;

Αμάν, τρεις αρκούδες, δυο αρκούδες και ένα αρκουδάκι για την ακρίβεια, με κοιτούν περίεργα! Τι κάνουμε τώρα;

 

 

 

0021

 

Τρόμαξα τόσο πολύ! Το ’βαλα στα πόδια φωνάζοντας.

Δεν ξέρω τί φοβήθηκα περισσότερο.. τις αρκούδες που έτρεχαν από πίσω μου ή το ότι βρέθηκα μέσα σ’ αυτό το κορίτσι με τα χρυσά μαλλιά;

 

 

 

0022

 

«Ξανθομαλλούσα, μη φοβάσαι, μη τρέχεις..» φώναξε ο μπαμπάς Αρκούδος από μακριά. «Πρέπει να νικήσεις τους φόβους σου αν θες να φθάσεις στο στόχο σου. Όταν πάψεις να φοβάσαι μόνο τότε θα κατακτήσεις τη νίκη, περπατώντας και όχι τρέχοντας.

Το τρέξιμο είναι σημάδι φόβου, φυγής, βιασύνης. Σε αποπροσανατολίζει!»

 

 

 

0023

 

Πόσο τρόμαξα! Όλη μέρα έτρεχα και τριγύριζα μέσα στο δάσος. Προσπάθησα να καταλάβω τι με φόβισε περισσότερο. Οι αρκούδες ή το ότι βρέθηκα μέσα σ’ αυτήν τη Χρυσομαλλούσα. Βρέθηκα ή μεταλλάχθηκα; Δεν μπορώ να καταλάβω τι μου συμβαίνει!

Κουράστηκα! Πάλι νυχτώνει. Πόσο γρήγορα και περίεργα κυλά ο χρόνος εδώ πέρα!

 

 

 

0024

 

Θροΐσματα και κάτι φωτάκια που στριφογύριζαν με έσυραν έξω από τον βαθύ μου ύπνο. Έχω βρει και πάλι την μορφή μου! Τι χαρά! Μα τι είναι αυτά τα φωτάκια που πετοβολούν τριγύρω μου; Δεν είναι πυγολαμπίδες, σίγουρα! Μα που βρίσκομαι;

 

 

 

0025

 

Με το πετάρισμα των βλεφάρων μου τα φωτάκια εξαφανίστηκαν με ταχύτητα. Μόνο ένα παρέμεινε ακίνητο στη θέση του. Ήταν ένα νεραϊδάκι! «Πού βρίσκομαι; Τι είναι εδώ;» ψέλλισα. «Εδώ είναι η χώρα των fairies, των Νεράιδων, η Νεραϊδο- χώρα, η  fairyland, η Χώρα των Παραμυθιών”, μου απάντησε η Νεραϊδούλα. «Μα.. η Χώρα των Παραμυθιών δεν είναι η Χώρα του Πουθενά;» ξαναρώτησα απορημένος.

 

 

 

0026

 

«Η χώρα του Πουθενά είναι πουθενά και παντού», άκουσα να μου λέει μια άλλη φωνούλα.

Ένα άλλο νεραϊδάκι ξεπρόβαλλε από τις φυλλωσιές. « Η Νεραϊδοχώρα είναι μια χώρα μέσα στη χώρα του Πουθενά..» συνέχισε η Νεραϊδούλα, «..όπως η Παραμυθοχώρα, η Μυθο- χώρα, η Χώρα της Φαντασίας..» «Πώς θα βρω την παρέα μου, όταν η χώρα του Πουθενά είναι τόσο μεγάλη;» ρώτησα απελπισμένα!  

 

 

 

0027

 

«Ψάχνεις τη Συγκεκριμένη χώρα του Πουθενά, μέσα στην Απέραντη χώρα του Πουθενά!» μου είπε μυστηριωδώς η Νεραϊδούλα. «Πριν σου πούμε που είναι και πως θα την βρεις, δικαιούσαι να κάνεις άλλες δυο ερωτήσεις..» συνέχισε η ξωτικιά, «Λέγε λοιπόν!»   

 

 

 

0028

 

«Τι είναι αυτό το ΜΟΙΡΑΙΟ που μου ανέφεραν η Κοκκινοσκουφίτσα και ο Τζακ;» μου ήρθε αυθόρμητα το πρώτο ερώτημα. «Μοιραίο είναι το γεγονός που έπρεπε να συμβεί για να αφυπνισθούν και να κάνουν αυτό που έπρεπε να κάνουν για να γίνουν αυτοί που έγιναν. Να παίξουν τον ρόλο τους!» απάντησε το Νεραϊδάκι. «Φαντάζεσαι την Κοκκινοσκουφίτσα χωρίς τον Λύκο; Θα γινόταν ποτέ η Κοκκινοσκουφίτσα που όλοι ξέρουμε;» συνέχισε.

 

 

 

0029

 

«Ούτε ο Τζακ θα φύτευε την φασολιά του αν η μοίρα δεν έστελνε στο δρόμο του για το παζάρι τον περίεργο αγοραστή που τον έπεισε να ανταλλάξει την αγελάδα του με μια χούφτα φασόλια!» συνέχισε η Νεραϊδούλα. Ήθελα διευκρίνιση, αλλά δεν ρώτησα μήπως τη θεωρήσει σαν το δεύτερο ερώτημα. Καιγόμουν να ρωτήσω κάτι άλλο!

 

 

 

0030

 

«Πώς έγινα η Χρυσομαλλούσα και –ευτυχώς- ξαναβρήκα τον εαυτό μου και γιατί;» ήταν το δεύτερο ερώτημά μου. Ένα τρίτο Νεραϊδάκι φάνηκε λίγο πιο πέρα λέγοντάς μου: «Όποιος φθάνει στη Χώρα μας μεταλλάσσεται εύκολα, χάνει την ταυτότητά του, δηλαδή… βρίσκει τον αληθινό εαυτό του, που δεν είναι ένας, ούτε έχει φύλο, ούτε ηλικία. Είναι πολλά μαζί σε Ένα». 

 

 

 

0031

 

Ήρθε η στιγμή να μου δώσει την πολυπόθητη απάντηση για το πώς θα πάω στην Συγκεκριμένη  Χώρα του Πουθενά, μέσα στη χώρα του Πουθενά, για να βρω τον Πήτερ Παν και την παρέα μου όμως, πριν προλάβει να πει λέξη, ακούστηκε ένας σάλος. Νεράιδες και ξωτικά άρχισαν να εμφανίζονται από κάθε σημείο του δάσους, να τρέχουν αλαφιασμένα….

 

 

 

0032

 

Μαζί με τα άλλα ξωτικά, έφυγε τρέχοντας και το Νεραϊδάκι πριν προλάβει να μου απαντήσει. Τι γίνεται τώρα; Άκουσα μια Νεράιδα που καθοδηγούσε τα ξωτικά στο φευγιό τους. Έστρεψα το βλέμμα μου προς αυτήν.. και τότε είδα! Πίσω της, ένα γιγάντιο πουλί ορμούσε από τον ουρανό προς το μέρος μας.

 

 

 

0033

 

Πριν καταλάβω καλά – καλά τι γίνεται, το πουλί με άρπαξε με τα τεράστια γαμψά του νύχια και με σήκωσε ψηλά στον ουρανό. Πετούσαμε πάνω από δάση, λαγκάδια και βουνά.. Που με πάει; Σίγουρα με πηγαίνει στη φωλιά του να ταΐσει τα μικρά του. Πω πω τι έπαθα!

 

 

 

0034

 

Πετάμε πάνω από στεριές και θάλασσες. Όσο απομακρυνόμαστε τόσο αγριεύει η διάθεση του Όρνιου! Θα αντέξει να με πάει μεζεδάκι στη φωλιά του ή θα κουραστεί να με κουβαλά και θα μ’ αφήσει να πέσω από ψηλά, να σκάσω σαν καρπούζι ή να βουλιάξω στη θάλασσα; Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Έχω παραμορφωθεί από την τρομάρα μου! Όταν ξεκίνησα για την Χώρα του Πουθενά δεν σκέφτηκα τους κινδύνους που κρύβονται μέσα της!

 

 

 

0035

 

Ξαφνικά, μέσα στο μπλε τ’ ουρανού, άρχιζε να σχηματίζεται μια μορφή. Ήταν το κεφάλι του γάτου του Τσεσάιρ! «Απελπισμένος ή ανόητος;» με ρώτησε με το περίεργο μισο-σνομπ μισό χλευαστικό ύφος του. «Μάλλον απελπιστικά ανόητος!» έβγαλε την απόφαση.

 Δεν κατάλαβα το πνεύμα του, όταν τον άκουσα να σιγοσφυρίζει ένα τραγουδάκι που έλεγε: «Τι είπε ο Αρκούδος στην Χρυσομαλλούσα… λα.. λα.. λα..» και η μορφή του ξεθώριασε.. χάθηκε..

 

 

 

 

Για τη συνέχεια του παραμυθιού κάνετε κλικ στο παραθυράκι με την ένδειξη [παρ. 2]