xromata.com


Επιθετα για το κοκκινο

 

Η λεκτική καταγωγή των αρχαίων και σύγχρονων ελληνικών χρωματικών επιθέτων.

 

Επίθετα για το Κόκκινο χρώμα

 

 

Ξεκινήσαμε μια σειρά άρθρων για να εξετάσουμε τους επιθετικούς προσδιορισμούς που χαρακτη- ρίζουν τις διάφορες χρωματικές έννοιες.

Ο δεύτερος όρος, το τρίτο χρώμα, αλλά ουσιαστικά η πρώτη χρωματική έννοια που συλλαμβάνει ο άνθρωπος (γιατί η έννοια του πρώτου όρου άσπρο – μαύρο αντιστοιχεί στο φως – σκότος) είναι το Κόκκινο χρώμα.

http://xromata.com/?p=1617

Έχομε ήδη αναφερθεί στην λεκτική καταγωγή των επιθέτων που προσδιορίζουν το άσπρο και το μαύρο, σειρά λοιπόν έχουν τώρα τα επίθετα που αφορούν στο κόκκινο.

 

 

Για να εκφρασθεί η έννοια του κόκκινου χρώματος (του ίδιου του χρώματος και όχι αποχρώσεών του) υπάρχουν αρκετοί επιθετικοί προσδιορισμοί, από την αρχαιότητα έως σήμερα, άλλοι σε ευρεία χρήση και άλλοι σχεδόν ξεχασμένοι.

Ας δούμε λοιπόν αυτά τα επίθετα που σημαίνουν «κόκκινο χρώμα» αρχίζοντας από τα παλαιότερα, που ήταν σε χρήση από την εποχή του Ομήρου.

ΦΟΙΝΟΣ σημαίνει κόκκινος σαν αίμα και πιθανολογείται η προέλευση του επιθετικού αυτού προσδιορισμού για το συγκεκριμένο χρώμα από την λέξη ΦΟΝΟΣ. Ένας φόνος αυτομάτως φέρνει στον νου κατακόκκινα αίματα και η λέξη ΦΟΝΙΟΣ συχνά αντικαθίσταται από την λέξη ΦΟΙΝΙΟΣ, εξ ου και το ρήμα ΦΟΙΝΙΣΣΩ που σημαίνει κάνω κάτι κόκκινο, κοκκινίζω.

 

 

Ανάλογο επίθετο με το ΦΟΙΝΟΣ είναι και το ΦΟΙΝΩΔΗΣ με το οποίο προσδιορίζεται όποιος ή ό,τι έχει όψη κόκκινη σαν αίμα.

ΦΟΙΝΙΚΟΣ είναι άλλος ένας επιθετικός προσδιορισμός για το βαθύ κόκκινο χρώμα και παρ’ ότι θεωρείται πως πιθανόν είναι της ιδίας προέλευσης με το ΦΟΙΝΟΣ, από πολλούς θεωρείται πως προέρχεται από τους ΦΟΙΝΙΚΕΣ στους οποίους αποδίδεται η εύρεση της εξαγωγής της πορφύρας και η από παλαιοτάτων χρόνων η χρήση του κόκκινου χρώματος από αυτούς.

Εν τούτοις κατά κάποιους γλωσσολόγους οι Φοίνικες οι οποίοι αυτοαποκαλούνταν Κinahni (Χαναναίοι) πήραν την ονομασία τους από τους Έλληνες για την σχέση τους με το χρώμα αυτό, ή για το ότι ως σημιτικό φύλο είχαν σκούρους χρωματισμούς και ο όρος ΦΟΙΝΙΞ –ΙΚΟΣ (κόκκινος) προσδιόριζε (τότε) παν μη λευκό χρώμα.

 

 

Τελικά το επίθετο ΦΟΙΝΙΚΟΣ επεκράτησε για τον προσδιορισμό παντός βαθέως ερυθρού χρώματος, ενώ λαμπρότερες και ιδιαίτερες αποχρώσεις του χρώματος αυτού προσδιορίζονταν με τα επίθετα ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ή ΠΟΡΦΥΡΟΣ και ΑΛΟΥΡΓΗΣ, οι δε διάφορες αυτών αποχρώσεις με τα επίθετα ΚΟΚΚΙΝΟΣ ή ΚΟΚΚΟΒΑΦΗΣ.

 

 

Το ΑΛΟΥΡΓΕΣ (από το άλος = θάλασσα) σήμαινε το φτιαγμένο στην θάλασσα (χρώμα) και μάλλον εννοείται το ΠΟΡΦΥΡΟ του οποίου η ονομασία προέρχεται από την ΠΟΡΦΥΡΑ, ένα μικρό κοχύλι από το οποίο εξήγαγαν αυτό το ιδιαίτερο βαθύ κόκκινο χρώμα.

 

 

(Το σημερινό επίθετο ΑΛΙΚΟΣ μάλλον δεν έχει σχέση με το ΑΛΟΥΡΓΕΣ παρ’ ότι αναφέρεται στο ίδιο βαθυκόκκινο χρώμα αφού προέρχεται από τις τούρκικες λέξεις al = κόκκινο και alak = αίμα).

Ένα άλλο αρχαίο –σχεδόν ξεχασμένο σήμερα- επίθετο για το κόκκινο χρώμα ήταν το ΔΑΦΟΙΝΟΣ, που συναντάται στα αρχαία κείμενα κυρίως σαν επίθετο για άγρια ζώα, αναφορικά με το χρώμα τους, το οποίο κυμαίνεται από το υποκίτρινο ως το βαθύ ερυθρό και το μέλαν.

[Δείτε την κατ’ Αριστοτέλη απόδοση των χρωμάτων]

http://xromata.com/?p=5008

 

 

Το ίδιο σχεδόν ξεχασμένη σήμερα είναι η λέξη ΜΙΛΤΟΣ που προσδιόριζε την ορυκτή κόκκινη βαφή, το χρώμα της κόκκινης γης, τον κόκκινο μόλυβδο, που στα λατινικά λέγεται minium και ως ΜΙΝΙΟ την χρησιμοποιούμε σήμερα αναφερόμενοι ιδιαίτερα στην γνωστή μας κόκκινη αντιοξειδωτική βαφή.

 

 

Άλλο ένα επίθετο, το οποίο οι περισσότεροι θεωρούμε σύγχρονο και δεν υποψιαζόμαστε καν πως πρόκειται για αρχαίο, είναι το ΚΟΚΚΙΝΟΣ.

Η αρχαία αυτή λέξη αντικατέστησε βαθμηδόν την ήδη αρχαιότερή της ΕΡΥΘΡΟΣ γι’ αυτό σήμερα κάποιοι νομίζουν πως το ΕΡΥΘΡΟΣ είναι το επίθετο που προσδιορίζει το κόκκινο χρώμα στην καθαρεύουσα και ότι το ΚΟΚΚΙΝΟΣ είναι ο επιθετικός προσδιορισμός της δημοτικής.

Κι’ όμως πρόκειται για δυο εξ ίσου αρχαίες λέξεις.

Το ΚΟΚΚΙΝΟΣ προέρχεται από του κόκκους του φυτού πρίνος*.

Τους κόκκους του πρίνου άλεθαν και παρήγαγαν κόκκινες βαφές.

Όσο λεπτότερο το άλεσμα των κόκκων, τόσο εντονότερη ήταν η παραγόμενη βαφή.

 

*[Πρίνος, Πουρνάρι – Δρυς η κοκκοφόρος (Quercus coccifera)

 

Είδος θάμνου ("δρυς η κοκκοφόρος" και "δρυς η πρίνος") με ξυλώδη βλαστό, με αγκαθωτά φύλλα και με καρπό όμοιο με της βαλανιδιάς, που σχηματίζει εκτεταμένα δάση, είτε μόνο από πουρνάρι, είτε με άλλα δένδρα και θάμνους].

 

 

Το ΕΡΥΘΡΟΣ προέρχεται από την ινδοευρωπαϊκή reudh και την σανσκριτική rudhira που σήμαιναν κατ’ άλλους το αίμα, κατ’ άλλους το κόκκινο χρώμα που είχε ο φλοιός της ιεράς δρυός. Από την ίδια ρίζα προέρχονται οι γνωστές μας σήμερα λατινικής και γερμανικής προέλευσης ονομασίες για το κόκκινο χρώμα, όπως rubber, red, rot κλπ.

Τέλος, ας μην ξεχνάμε και το χρησιμοποιούμενο επίθετο ΡΟΥΜΠΙΝΗΣ για τον προσδιορισμό ενός σκούρου διαυγούς λαμπερού κόκκινου χρώματος, σαν αυτό που χαρακτηρίζει το ρουμπίνι, τον γνωστό μας πολύτιμο λίθο.

 

 


is | Topic: εννοιολογία, κόκκινο | Tags: None

No Comments, Comment or Ping

Reply to “Επιθετα για το κοκκινο”